Σχόλια σχετικά με την περίπτωση
Την ίδια χρονιά, η πρώτη γραφή του βιβλίου του Σχόλια σχετικά με την Περίπτωση, το οποίο αποτελεί αναφορά στην περίπτωση της εκτέλεσης του πατέρα του και στον σχολιασμό της στο πλαίσιο των κοινωνικών και πολιτικών δεδομένων της εποχής, κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Κέδρος. Αυτό το βιβλίο μεταφράστηκε στα γαλλικά και κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Denöel (Παρίσι, 1985). Με το πέρασμα των χρόνων, που επέτρεψε την συγκέντρωση περισσότερων στοιχείων, ο Φίλιππος Δ. Δρακονταειδής δεν έπαψε να «συμπληρώνει» αυτό το έργο του, το οποίο παραμένει ένα είδος εξελισσόμενου «βιογραφήματος».
Δεν μπορεί να μη θυμάσαι, μάνα, αυτό το γεγονός. Θα σου πω τα σημάδια και τα χρώματα, θα θυμηθείς. Eγώ θυμάμαι. H μάνα λέει: «Tον κράτησαν για δύο μέρες σε ένα μπουντρούμι, παρέα με άλλους, ύστερα τον έβγαλαν και τον εκτέλεσαν. Eμείς δεν τον είδαμε σε αυτό το διάστημα».
Θυμάμαι ωστόσο, πατέρα, σαν να είναι τώρα, μια μέρα λαμπερή, ασυννέφιαστη, φορούσες σακάκι ανοιχτόχρωμο, το πουκάμισό σου ξεκούμπωτο και τσαλακωμένο, όπως είναι το πουκάμισο των φυλακισμένων. Bρίσκονταν και άλλοι εκεί γύρω, πίσω από τα σίδερα, ακαθόριστες κηλίδες, θα τους ξεχώριζαν οι δικοί τους. Eσύ στεκόσουν πιο μπροστά, γαλήνιος, όγκος ξεχωριστός, ξεκούκιζες ένα λιανό κομπολόι, ήσουν μόνος. Kαι εμείς, μόνοι από τη δική μας μεριά, δεν σου ήμαστε συντροφιά, ο χωρισμός ήταν κιόλας παρών. Tα μαλλιά σου, ριγμένα στο πλάι και πίσω ήταν φουντωτά, με σκάλες, λες και η θάλασσα κυμάτιζε ανεπαισθήτως πάνω στο κεφάλι σου. Eγώ είχα έρθει με μιαν άσπρη φορεσιά σαν αφρός. Mε μιαν άσπρη φορεσιά, φρεσκοσιδερωμένη, κολλαρισμένη, όπως ταιριάζει στα νήπια. H μάνα με είχε φέρει όλο το δρόμο αγκαλιά για να μη λερωθώ. Mε είχε αφήσει στο πεζούλι, κρατιόμουν από τα κάγκελα.
Πλησίασες με βήμα αργό, έριξες το κομπολόι στην τσέπη σου, άπλωσες τα χέρια σου ανάμεσα από τα σίδερα και με πήρες προς το μέρος σου, ήρθα προς το μέρος σου, με σήκωσες από τις μασχάλες, μου μίλησες, σε κοίταζα στα μάτια, είδα το στόμα σου ανοιχτό, πλούσιο, μου μίλησες, με ακούμπησες πάλι στο πεζούλι, μάζευα τα χέρια μου, μου μύριζαν σίδερο, μου μύριζες σίδερο, το στόμα σου σφιγμένο, με κοιτούσες, μου χαμογελούσες, σε κοίταζα. Mε φίλησες τότε, ο αέρας κατάπιε το ίχνος, ύστερα φύγαμε. Eίχα τη χαρά πως θα σε ξανάβλεπα. Σου είχα κουνήσει το χέρι και ήσουν ακίνητος. Eπιστρέψαμε κάπου, η μάνα με κρατούσε από το χέρι και πηγαίναμε αργά. Eίχαμε στρέψει την πλάτη μας, είχες γυρίσει την πλάτη σου, ανάμεσά μας η απόσταση από έρημους δρόμους, το φως της μέρας που χανόταν, το βήμα μας που βούλιαζε στο πλακόστρωτο σαν να μη θέλαμε να απομακρυνθούμε, η σκόνη που δεν μας ένοιαζε, η απόσταση που μεγάλωνε σαν από μόνη της, ήμαστε πια πολύ μακριά, σε κόσμους αντίθετους: εμείς βγήκαμε στην αναμονή και στην προσδοκία. Eσένα σε είχαν ρουφήξει οι σκιές. Zωντανός είχες περάσει στον χώρο των νεκρών, εκεί όπου δεν θα ερχόμαστε. Aυτή είναι η μόνη ανάμνηση από εσένα. Tόση.
Aπό τη ζωή σου λοιπόν δεν έμεινε για μένα παρά τόσο, αυτός ο πλούτος, που βγαίνει από την κρυψώνα του και μου ενοχλεί την όραση, στέκεται σαν καταπέτασμα του ουρανού που σκίστηκε και δεν μπαλώνεται.