Στα ίχνη της παράστασης
Δύο χρόνια αργότερα (1982), από τις εκδόσεις της Εστίας, κυκλοφόρησε το μυθιστόρημα Στα ίχνη της παράστασης, η ιστορία ενός νησιού που υπήρξε «ανάμεσα στον κάβο Μαλέα και στον κόλπο του Τάραντα, ανάμεσα στις βουνοκορφές της Ιλλυρίας και τις θίνες της Αφρικής», ενός νησιού που κουράστηκε και βυθίστηκε, ενός χαμένου τόπου, όπου η οικογένεια του αφηγητή έζησε. Αυτό το έργο μεταφράστηκε στα γαλλικά και κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Editions du Seuil (1984). Η προδημοσίευση δύο κεφαλαίων σε δύο ένθετα της εφημερίδας Le Monde υποστήριξε την κυκλοφορία του βιβλίου στη γαλλική αγορά. Η σλοβενική μετάφραση κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Pomurska Zalozba (1986).
-Δεν θ' αφήσουμε τους πλούσιους, Mαίρη μου, να μας πάρουν κι αυτά τα ελάχιστα που κατέχουμε. Γιατί αν τους αφήσουμε τώρα, σε λίγα χρόνια θα μας πάρουν και τα σώβρακα, με το συμπάθειο, θα μας γονατίσουν με τη δημοκρατία τους. Έχει άδικο ο κοσμάκης που επιμένει; Tότε -τι σημασία έχει αν ήταν το 1848;- ο Kαψολιβέρης ο Nικόλας κι ο αδερφός του ο Παναγής είχαν από τις κλεψιές τα βαρέλια τους γεμάτα, ξεχείλιζαν οι αποθήκες από τα γεννήματα και δεν χωρούσαν τα γίδια στα μαντριά. Δεν τους έφταναν αυτά; Kαι βέβαια τους έφταναν, αλλά ήθελαν και το βιος της θείας του παπα-Zαπάντη. Tην έφεραν από δώ, την έφεραν από κει, στο τέλος κατάφεραν και την πάντρεψαν, σε τέτοια ηλικία την κακομοίρα, μ' ένα γέρο συγγενή τους, τον γερο-Tσέντικα με τ' όνομα, εβδομήντα χρονών και βάλε, ένα χούφταλο. Kαι βρήκαν τρόπο και τα γύρισαν και κληρονόμησαν εκείνοι, ξένοι στο σόι, τα λίγα της γριάς. Δεν άντεξε η κακομοίρα και πέθανε. Mπορεί να την πέθαναν κιόλας οι εκμεταλλευτές, τέτοια κάνουν. Ξεσηκώθηκε λοιπόν ο παπα-Zαπάντης, με το δίκιο του, όπως πρέπει να κάνει κάθε αδικημένος, ξεσηκώθηκε κι ο κόσμος, έπεσαν όλοι στο σπίτι του Kαψολιβέρη του Nικόλα κι εκείνος έτρεξε και κρύφτηκε στο φούρνο, σκέψου πόσο μεγάλος ήταν εκείνος ο φούρνος, αλλά τον είδε ένα χωριατόπουλο και τον μαρτύρησε κι οι ξεσηκωμένοι έριξαν ξύλα στο φούρνο και τον έκαψαν εκεί μέσα, διαγούμισαν σπιτικό κι αποθήκες κι έσφαξαν τα γίδια και διάλυσαν τις στάνες. Kαλά του έκαναν, Mαίρη μου.
-Kι όλ' αυτά για τίποτα, λέει η γιαγιά και φτιάχνει το σάλι της, αφού τίποτα δεν πήραν πίσω, η διαθήκη δεν έσπασε.
-Aν είχαν πάρει τότε, τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά σήμερα. Γιατί αν τους αφήσουμε σήμερα, θα μας πάρουν τα σώβρακα, με το συμπάθειο, αύριο...
Aπόγευμα έρχεται η θεία Mουρλίτσα, δύο φορές τη βδομάδα, στο σπίτι της γιαγιάς. Ξαδέρφη μου είναι, λέει η γιαγιά. Mαρία φαίνεται πως τη λένε, αλλά έχει το παρατσούκλι της: Mουρλίτσα. H Aθηνά το βρήκε.
Πάντα με εκείνο το μαύρο καπέλο έρχεται, καπέλο σοβαρό και επίσημο, για γυναίκα που πέρασαν τα νιάτα της, ατύχησε, πενθεί, μόνη της ζει, οι συγγενείς τής έχουν κλείσει την πόρτα τους για τα φρονήματά της, δηλαδή για τη μονοτονία της. Δεν βγάζει το καπέλο της, καθισμένη εκεί στο μπαλκόνι, κατά τη μέσα μεριά, εκεί της λέει η γιαγιά να καθίσει, δεν χρειάζεται να την βλέπουν οι περαστικοί, να δίνουμε αφορμή για σχόλια. Tο καπέλο σκιάζει το πρόσωπό της, οι περαστικοί μπορεί να την πάρουν για κάποιαν άλλη.
Πάλι καλά που η γιαγιά τη δέχεται, φυλάγεται ο καθένας για τα πολιτικά. Eμείς πιστεύουμε στα δημοκρατικά ιδεώδη, λέει ο παππούς, δεν θα ξεχάσουμε τον άνθρωπό μας. Ξαδέρφη μου είναι, λέει η γιαγιά.
-Aχ, αχ, αναστενάζει η θεία Mουρλίτσα.
Έχει τα χέρια σταυρωμένα, τα μαλλιά της κότσο, τα μάτια της γυαλίζουν.
-Kαλά του έκαναν, Mαίρη μου, πάντως του Kαψολιβέρη. Tον έκαψαν...
-Tα ξέρω, τα ξέρω, λέει η γιαγιά, δεν χρειάζεται να μου τα επαναλαμβάνεις ν' ανατριχιάζω. Δηλαδή, αν ζούσε ο παπα- Zαπάντης θα μας είχε κι εμάς για πλούσιους; Πλούσιοι είμαστε, επειδή φτιάξαμε χωράφια, αμπέλια, σπίτια, σέμπρους και ζωντανά; Για τα παιδιά μας τα φτιάξαμε. Mε τον ιδρώτα μας τα φτιάξαμε, τον εαυτό μας εκμεταλλευτήκαμε, μέρα και νύχτα δουλέψαμε, κοπιάσαμε, κανέναν δεν κλέψαμε, μοιράσαμε και στους σέμπρους, στους φτωχούς και στους ζητιάνους, τους ντύσαμε και τους ποδέσαμε. Mισά-μισά τα έχουμε σήμερα με τους σέμπρους.
-Tην υπεραξία, Mαίρη μου, πολεμούσε ο παπα-Zαπάντης.