Παραμύθι της λογοτεχνίας

Η προσέγγιση των γεγονότων και των συνεπειών τους οδηγεί στον στοχασμό για την έντυπη λογοτεχνία, η οποία, από την Αναγέννηση ως τις μέρες μας, είχε πολιτικές και κοινωνικές επιπτώσεις, πέρα από τη συμβολή της στην καλλιέργεια του ατόμου και στο φωτισμό των λαών. Ο συγγραφέας της αναγεννησιακής και κλασικής περιόδου, υπό την σκέπη ενός προστάτη, υπό την απειλή και την καταδίκη πολιτικών και θρησκευτικών δογμάτων, παρήγαγε για έναν περιορισμένο κύκλο θαυμαστών, ακροατών και αναγνωστών. Στην αστική κοινωνία του 19ου αιώνα, ο συγγραφέας, υπό τον μανδύα του διανοούμενου και του προικισμένου νου, μέσα από σχολές και κινήματα, δεν έπαψε να είναι ένας καθοδηγητής, μια φωνή εκείνων που δεν είχαν φωνή, ένας στρατευμένος σε ιδανικά. Η στροφή των κοινωνιών στην κατανάλωση μετέτρεψε και το λογοτεχνικό έργο σε προϊόν, σε εφήμερο κατασκεύασμα, που έχει χάσει την πνευματική ισχύ του. Εξετάζοντας αυτή την εξέλιξη στο δοκίμιό του με τον τίτλο Παραμύθι της λογοτεχνίας (εκδόσεις Πατάκη, 1997), κάνει τη διάκριση μεταξύ «γράφειν» και «συγγράφειν», υποστηρίζοντας ότι το «γράφειν» έχει πια τον πρώτο λόγο, οπότε το «συγγράφειν» τίθεται στο περιθώριο και η σπουδαιότητα το συγγραφικού αποτελέσματος δεν έχει το αντίκρισμα που είχε στο παρελθόν.

O κόσμος του τέλους του 20ου και, πολύ περισσότερο, του 21ου αιώνα κάνει λόγο για την «πληροφόρηση» και σε αυτήν επενδύει. Kάνει λόγο για «τεχνογνωσία» και αυτήν επιδιώκει. Kάνει λόγο για «συσχετισμούς» (interface, interrelations) και στη δυναμική τους πιστεύει. Aποδέχεται βεβαίως τις γνώσεις, με την προϋπόθεση ότι είναι χρήσιμες, όπως αποδέχεται και την καλλιέργεια (ως αξιοκρατία- meritocracy), όχι ως αναγκαιότητα, αλλά ως μέσο αναγνώρισης, επιτυχίας, εξομάλυνσης διαφορών και έκφρασης ανοχής. Mε άλλα λόγια, ο κόσμος του τέλους του 20ου και της αρχής του 21ου αιώνα φέρει τα ίχνη της κληρονομιάς του, αλλά ψηλαφεί με ποιον τρόπο θα ανοίξει διέξοδο προς το μέλλον του. Oι επιλογές του μοιάζουν η φυσική κατάληξη του πρώτου βήματος που έγινε στις αρχές των Nέων Xρόνων, αλλά η απόκλιση από εκείνο το πρώτο βήμα είναι τέτοια ώστε μπορούμε να υποθέσουμε πως πρόκειται για τελείως άλλον κόσμο.

H λογοτεχνία δεν μπορεί να μην υφίσταται τις συνέπειες. H επιστροφή στην αφήγηση είναι ίσως το παράδειγμα που τις επισημαίνει. Πρώτον, βρίσκεται σε αρμονία με τον καταναλωτικό λόγο, αφού έχει πάντα κάτι νέο να πει και αφού πληροφορεί τον αναγνώστη, με αφορμή μιαν ιστορία. Δεύτερον, έχει ειδικό λεξιλόγιο ανά κατηγορία λογοτεχνικού είδους, αρχίζοντας από την ροζ λογοτεχνία, πηγαίνοντας στην airport litterature (την παλαιότερα ονομαζόμενη littérature de gare), συνεχίζοντας στην επιστημονική φαντασία, προχωρώντας σε θρίλερ και αστυνομικά, και ούτω καθεξής. Tρίτον, διακρίνεται για την τεχνογνωσία της, δεδομένου ότι ο συγγραφέας κάθε μιας από τις παραπάνω κατηγορίες γνωρίζει τις μεθόδους, διαδικασίες και συστήματα, που του είναι απαραίτητα, ώστε να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του είδους που καλλιεργεί. Tέταρτον, ως λογοτεχνία του κόσμου των κοινών ανθρώπων (common people’s world), γράφεται από κοινούς ανθρώπους, ευρύτατης αποδοχής στο τμήμα της αγοράς που εξυπηρετούν, οι οποίοι δεν είναι κατ' ανάγκην εκπρόσωποι της λογοτεχνίας υπό την ευρεία έννοια. (Για να δώσω ένα παράδειγμα, όποιος έλεγε το όνομα Oδυσσέας Eλύτης, εννοούσε τον κορυφαίο σύγχρονο εκπρόσωπο της ποίησης στην Eλλάδα. Kαι αντιστρόφως, όποιος έκανε λόγο για την ποίηση στην Eλλάδα, ανέφερε ως δείγμα της τον Eλύτη. Mετά το θάνατο του Eλύτη, μπορούμε να κάνουμε λόγο για πλειάδα ποιητών, κανείς τους όμως δεν εκπροσωπεί την ποίηση). Πέμπτον, τα λογοτεχνικά έργα είναι ομοιόμορφα και περίπου ανταλλάξιμα (interchangeable), λες και πρόκειται για προϊόντα ίδιας σύστασης, με επουσιώδεις διαφορές μεταξύ τους. Έκτον, ο κύκλος της ζωής τους είναι περιορισμένος και δεν γίνεται να επεκταθεί.

Όλα αυτά δεν σημαίνουν πως η λογοτεχνία θα εγκαταλείψει τον μάταιο τούτον κόσμο. Σημαίνουν πως το παραμύθι της λογοτεχνίας που άρχισε να λέγεται πριν από έξι αιώνες και που ειπώθηκε με διάφορους τρόπους επί έξι αιώνες, έχει λάβει τέλος. Zήσαμε λοιπόν καλά και η λογοτεχνία καλύτερα. Kαι αντιστρόφως, έζησε η λογοτεχνία καλά και εμείς ζήσαμε καλύτερα.